στο λεξικό PONS
πλάτη [ˈplati] SUBST θηλ
1. πλάτη (ράχη):
- πλάτη
- Rücken αρσ
- γυρίζω την πλάτη σε κάποιον
- jdm den Rücken zuwenden
- γυρίζω την πλάτη σε κάποιον μτφ
- jdm die kalte Schulter zeigen
- δεν ξέρεις τι λένε πίσω από την πλάτη σου
- du weißt nicht, was man hinter deinem Rücken sagt
- πλάτη με πλάτη
- Rücken an Rücken
2. πλάτη (ωμοπλάτη):
- πλάτη
- Schulterblatt ουδ
3. πλάτη (ώμος):
- πλάτη
- Schulter θηλ
4. πλάτη (καθίσματος):
- πλάτη
- Rückenlehne θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πλάτη με πλάτη
- Rücken an Rücken
- μαχαιριά στην πλάτη και μτφ
- Stich αρσ in den Rücken
- γυρίζω την πλάτη σε κάποιον
- jdm den Rücken zuwenden
- ένιωσε ένα σύγκρυο στην πλάτη της
- ihr lief ein Schauder über den Rücken
- το θέαμα τού έφερε ρίγος στην πλάτη
- bei diesem Anblick lief ihm ein Schauder über den Rücken