στο λεξικό PONS
πέτρα [ˈpɛtra] SUBST θηλ
- πέτρα
- Stein αρσ
- έχει καρδιά από πέτρα
- er hat ein Herz aus Stein
- σκάει η πέτρα σήμερα
- heute ist es drückend heiß
- ρίχνω μαύρη πέτρα πίσω μου
- alle Brücken hinter sich abbrechen
- βγάζει από την πέτρα λάδι
- er lässt sich δοτ keine Gelegenheit entgehen
- πέτρα του σκανδάλου
- Stein αρσ des Anstoßes
- πέτρα ακονίσματος
- Wetzstein αρσ
- πέτρα νεφρού
- Nierenstein αρσ
πέτρα SUBST
- πέτρα για ακόνισμα θηλ
- Schleifstein αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πέτρα ακονίσματος
- Wetzstein αρσ
- πέτρα νεφρού
- Nierenstein αρσ
- έχει καρδιά από πέτρα
- er hat ein Herz aus Stein
- σκάει η πέτρα σήμερα
- heute ist es drückend heiß
- πέτρα θηλ του σκανδάλου
- Stein αρσ des Anstoßes