στο λεξικό PONS
δ|έρνω <-ειρα, -άρθηκα, -αρμένος> [ˈðɛrnɔ] VERB μεταβ
1. δέρνω (χτυπώ):
- δέρνω
- schlagen
- θα σε δείρω!
- du bekommst Prügel!
- δέρνω κάποιον για καλά
- jdm eine ordentliche Tracht Prügel verpassen
2. δέρνω μτφ (ταλαιπωρώ):
- δέρνω
- geißeln
- τον έδερνε η φτώχεια
- die Armut geißelte ihn
- η βλακεία σε δέρνει!
- du bist ein Idiot!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δέρνω κάποιον για καλά
- jdm eine ordentliche Tracht Prügel verpassen