στο λεξικό PONS
I. αντιπαρ|αθέτω <-έθεσα, -ατέθηκα, -ατεθειμένος> [andiparaˈθɛtɔ] VERB μεταβ
- αντιπαραθέτω κάτι σε κάτι
- etw einer Sache δοτ gegenüberstellen
II. αντιπαρατίθεμαι VERB αυτοπ ρήμα
- αντιπαρατίθεμαι σε κάποιον/κάτι
- sich jdm/einer Sache δοτ widersetzen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αντιπαραθέτω κάτι σε κάτι
- etw einer Sache δοτ gegenüberstellen