στο λεξικό PONS
κατοχή [katɔˈçi] SUBST θηλ
1. κατοχή (ιδιοκτησία):
- κατοχή
- Besitz αρσ
- έχω κάτι στην κατοχή μου
- etw in seinem Besitz haben
- μερική κατοχή
- Teilbesitz αρσ
2. κατοχή (κατάληψη ξένης χώρας):
- κατοχή
- Besetzung θηλ
3. κατοχή (ξένες στρατιωτικές δυνάμεις):
- κατοχή
- Besatzung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μερική κατοχή
- Teilbesitz αρσ
- έχω κάτι στην κατοχή μου
- etw in seinem Besitz haben