στο λεξικό PONS
αλαφροΐσκιωτ|ος <-η, -ο> [alafrɔˈiscɔtɔs] ΕΠΊΘ
- αλαφροΐσκιωτος
- mit übernatürlichen Fähigkeiten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- αλατόνερο
- αλατοπενία
- αλατοπίπερο
- αλατότητα
- αλατούχος
- αλαφροΐσκιωτος
- αλαφρόμυαλος
- αλαφρός
- Αλβανία
- Αλβανικά
- αλβανικός