στο λεξικό PONS
κολυμπ|ώ <-άς, -ησα> [kɔlimˈbɔ] VERB αμετάβ
- κολυμπώ
- schwimmen
- κολυμπώ στο χρήμα
- im Geld schwimmen
- κολυμπώ στον ιδρώτα
- in Schweiß gebadet sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κολυμπώ στον ιδρώτα
- in Schweiß gebadet sein, schweißgebadet sein
- κολυμπώ στο χρήμα
- im Geld schwimmen
- κολυμπώ στο χρυσάφι
- im Geld schwimmen
- κολυμπώ στα λεφτά
- im Geld schwimmen
- κολυμπώ σαν δελφίνι
- wie ein Fisch schwimmen