στο λεξικό PONS
διώ|χνω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈðjɔxnɔ] VERB μεταβ
1. διώχνω (κυνηγώ):
- διώχνω
- verjagen, wegjagen
- μη διώχνεις τις κότες
- verjag die Hühner nicht
- ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι
- sein Vater hat ihn von zu Hause weggejagt
2. διώχνω (ανθρώπους από τον τόπο τους):
- διώχνω
- vertreiben
- τους έδιωξαν από το χωριό τους
- man hat sie aus ihrem Dorf vertrieben
3. διώχνω οικ (απολύω):
- διώχνω
- feuern
- τον έδιωξαν από τη δουλειά του
- man hat ihn gefeuert
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διώχνω κάποιον κακήν κακώς
- jdn rüde wegjagen
- διώχνω ένα βάρος από κάποιον
- jdm eine Last abnehmen
- διώχνω κάποιον από το σπίτι
- jdn von zu Hause wegjagen