στο λεξικό PONS
τρέλα [ˈtrɛla] SUBST θηλ
1. τρέλα (παραφροσύνη):
- τρέλα
- Wahnsinn αρσ
- τρέλα
- Verrücktheit θηλ
- έχω τρέλα με κάτι (μου αρέσει υπερβολικά)
- (ganz) verrückt nach etw sein
- έχω τρέλα με κάτι (το έχω μανία: αυτοκίνητα, ψάρεμα)
- einen Fimmel für etw haben
- έκανε την τρέλα να …
- er war so verrückt zu …
- είναι τρέλα (είναι θαύμα)
- es ist irre
- καθένας με την τρέλα του οικ
- jeder hat so seine Macken
2. τρέλα (ανοησία):
- τρέλα
- Dummheit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επερχόμενη τρέλα
- eintretende/aufkommende Verrücktheit θηλ
- είναι τρέλα (είναι θαύμα)
- es ist irre
- έκανε την τρέλα να …
- er war so verrückt zu …
- έχω τρέλα με κάτι (το έχω μανία: αυτοκίνητα, ψάρεμα)
- einen Fimmel für etw haben
- καθένας με την τρέλα του οικ
- jeder hat so seine Macken