στο λεξικό PONS
I. ορμ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɔrˈmɔ] VERB μεταβ
1. ορμώ (τρέχω):
- ορμώ
- stürmen
- όρμησε μες στο σπίτι
- er ist ins Haus gestürmt
2. ορμώ (ρίχνομαι):
- ορμώ πάνω σε
- sich stürzen auf +αιτ
II. ορμώμαι VERB αυτοπ ρήμα
- ορμώμαι
- veranlasst werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.