στο λεξικό PONS
καλάθι [kaˈlaθi] SUBST ουδ
- καλάθι
- Korb αρσ
- καλάθι αχρήστων
- Papierkorb αρσ
- καλάθι απλύτων
- Wäschekorb αρσ
- καλάθι ατμού (για μες την κατσαρόλα)
- Dämpfeinsatz αρσ
- καλάθι για τηγάνισμα
- Frittierkorb αρσ
- καλάθι δώρου (με ποτά κτλ)
- Geschenkkorb αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καλάθι ουδ νομισμάτων ΟΙΚΟΝ
- Währungskorb αρσ
- καλάθι ουδ αχρήστων
- Papierkorb αρσ
- καλάθι ουδ δώρου
- Geschenkkorb αρσ
- καλάθι απλύτων
- Wäschekorb αρσ
- καλάθι αχρήστων
- Papierkorb αρσ