στο λεξικό PONS
αφορμή [afɔrˈmi] SUBST θηλ
- αφορμή
- Anlass αρσ
- η αφορμή της φιλονικίας ήταν …
- der Anlass des Streites war …
- η αφορμή για τα παράπονά του
- der Anlass für seine Beschwerde
- με την αφορμή του …
- aus Anlass des …
- δίνω αφορμή για …
- Anlass geben, zu …
- με την παραμικρή αφορμή
- beim geringsten Anlass
- χωρίς καμιά απολύτως αφορμή
- ohne jeden Anlass
- η αφορμή ενός εγκλήματος
- das Motiv ουδ eines Verbrechens
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- με την αφορμή του …
- aus Anlass des …
- ζητάω (αφορμή για) καβγά
- Streit suchen
- δίνω αφορμή για …
- Anlass geben, zu …
- με την παραμικρή αφορμή
- beim geringsten Anlass
- χωρίς καμιά απολύτως αφορμή
- ohne jeden Anlass