στο λεξικό PONS
προ|κύπτω <-έκυψα> [prɔˈciptɔ] VERB αμετάβ
1. προκύπτω (βγαίνω ως συμπέρασμα):
- προκύπτω από
- hervorgehen aus
- απ' αυτό προκύπτει ότι …
- daraus geht hervor, dass …
2. προκύπτω (εμφανίζομαι):
- προκύπτω
- sich ergeben
- αν προκύψει κάτι τέτοιο …
- sollte sich so etwas ergeben …
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.