στο λεξικό PONS
κατοικία [katiˈcia] SUBST θηλ
1. κατοικία (τόπος διαμονής):
- κατοικία
- Wohnsitz αρσ
- κατοικία
- Wohnort αρσ
- κύρια κατοικία
- Hauptwohnsitz αρσ
- μόνιμη κατοικία
- ständiger Wohnsitz αρσ
- χωρίς κατοικία
- wohnungslos
- τόπος αρσ κατοικίας
- Wohnort αρσ
2. κατοικία (σπίτι):
- κατοικία
- Haus ουδ
- ανεξάρτητη κατοικία
- Einfamilienhaus ουδ
- ενοικιαζόμενη κατοικία (σπίτι)
- Miethaus ουδ
- ενοικιαζόμενη κατοικία (διαμέρισμα)
- Mietwohnung θηλ
- ανέγερση θηλ κατοικιών
- Wohnungsbau αρσ
κατοικία SUBST
- βεβαίωση μόνιμης κατοικίας θηλ
- Meldebescheinigung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κύρια κατοικία
- Hauptwohnsitz αρσ
- ανεξάρτητη κατοικία
- Einfamilienhaus ουδ
- συλλογική κατοικία
- Mehrfamilienhaus ουδ
- χωρίς κατοικία
- wohnungslos
- μόνιμη κατοικία
- ständiger Wohnsitz αρσ