στο λεξικό PONS
πρόστιμο [ˈprɔstimɔ] SUBST ουδ
- πρόστιμο
- Bußgeld ουδ
- πρόστιμο
- Geldbuße θηλ
- καταδικάζω κάποιον σε χρηματικό πρόστιμο
- jdn zu einer Geldbuße verurteilen
- επιβάλλω πρόστιμο
- ein Bußgeld verhängen
- του έβαλαν πρόστιμο
- er hat ein Bußgeld bekommen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιβάλλω πρόστιμο
- ein Bußgeld verhängen
- πρόστιμο ουδ λόγω καθυστερημένης πληρωμής
- Säumnisgebühr θηλ
- του έβαλαν πρόστιμο
- er hat ein Bußgeld bekommen
- καταδικάζω κάποιον σε χρηματικό πρόστιμο
- jdn zu einer Geldbuße verurteilen