στο λεξικό PONS
γονείς [ɣɔˈnis] SUBST αρσ πλ
- γονείς
- Eltern πλ
- χωρίς γονείς
- elternlos
- ανάδοχοι γονείς
- Pflegeeltern πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χωρίς γονείς
- elternlos
- ανάδοχοι γονείς
- Pflegeeltern πλ
- θετοί γονείς
- Adoptiveltern πλ
- γειτονεύουμε με τους γονείς της
- wir und ihre Eltern sind Nachbarn
- να ακούς τους γονείς σου
- du sollst auf deine Eltern hören