στο λεξικό PONS
μόν|ος <-η, -ο> [ˈmɔnɔs] ΕΠΊΘ
1. μόνος (ασυνόδευτος, μοναχός):
- μόνος
- allein
- μη μ' αφήνεις μόνο
- lass mich nicht allein
- ζει μόνος του
- er lebt allein
- ήρθε μόνος του (χωρίς συνοδεία)
- er ist allein gekommen
- αυτό το έκανα μόνος μου (χωρίς βοήθεια)
- das habe ich selbst/allein gemacht
- από μόνο του
- von allein
2. μόνος (που αισθάνεται μόνος):
- μόνος
- einsam
- αισθάνεται/νιώθει μόνος
- er fühlt sich allein/er ist einsam
- μόνος κι έρημος
- einsam und verlassen
- μόνος κι απόμονος
- einsam und verlassen
3. μόνος (μοναδικός):
- μόνος
- einzig
- το μόνο που θέλω από σένα είναι να …
- das Einzige, was ich von dir will, ist …
- η μόνη μου ελπίδα είναι …
- meine einzige Hoffnung ist …
- δεν είσαι ο μόνος (που …)
- du bist nicht der Einzige(, der …)
μον|ός <-ή, -ό> [mɔˈnɔs] ΕΠΊΘ
1. μονός (απλός):
- μονός
- einfach
- μονό εισιτήριο
- einfache Fahrkarte θηλ
- μονόκλινο δωμάτιο
- Einzelzimmer ουδ
2. μονός ΜΑΘ:
- μονός αριθμός
- ungerade Zahl θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μονός αριθμός
- ungerade Zahl θηλ
- μόνος αυτουργός
- Alleintäter αρσ
- … και τώρα απόμεινε μόνος
- … und jetzt ist er ganz allein
- μόνος κι έρημος
- einsam und verlassen
- μόνος κι απόμονος
- einsam und verlassen