στο λεξικό PONS
αμηχανία [amixaˈnia] SUBST θηλ
- αμηχανία
- Verlegenheit θηλ
- βρίσκομαι σε αμηχανία
- in Verlegenheit sein
- βρέθηκα σε αμηχανία
- ich geriet in Verlegenheit
- έδειχνε τόση αμηχανία που …
- er wirkte so verlegen, dass …
- φέρνω κάποιον σε αμηχανία,
- jdn in Verlegenheit bringen
- βγάζω κάποιον από την αμηχανία του
- jdm aus der Verlegenheit helfen
- μια σιωπή θηλ γεμάτη αμηχανία
- betretenes Schweigen ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έδειχνε τόση αμηχανία που …
- er wirkte so verlegen, dass …
- μια σιωπή θηλ γεμάτη αμηχανία
- betretenes Schweigen ουδ
- φέρνω κάποιον σε αμηχανία,
- jdn in Verlegenheit bringen
- βρίσκομαι σε αμηχανία
- in Verlegenheit sein
- βρέθηκα σε αμηχανία
- ich geriet in Verlegenheit