στο λεξικό PONS
γαργαλ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα> [ɣarɣaˈlɔ], γαργαλί|ζω [ɣarɣaˈlizɔ] <-σα, -στηκα> VERB μεταβ
1. γαργαλώ:
- γαργαλώ
- kitzeln
2. γαργαλώ μτφ (ερεθίζω):
- γαργαλώ
- reizen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.