στο λεξικό PONS
λάσπη [ˈlaspi] SUBST θηλ
1. λάσπη (χώμα και νερό):
- λάσπη
- Schlamm αρσ
- κόβω λάσπη
- sich aus dem Staub machen
- κολλάω στις λάσπες (αυτοκίνητο)
- im Schlamm stecken bleiben
2. λάσπη (από χιόνι):
- λάσπη
- Schneematsch αρσ
3. λάσπη (πηλός):
- λάσπη
- Lehm αρσ
4. λάσπη (κονίαμα):
- λάσπη
- Mörtel αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κόβω λάσπη οικ
- abhauen