στο λεξικό PONS
έκθεσ|η <-εις> [ˈɛkθɛsi] SUBST θηλ
1. έκθεση (παρουσίαση σε κοινή θέα):
- έκθεση
- Ausstellung θηλ
- αναδρομική έκθεση
- Retrospektive θηλ
- δικαίωμα ουδ έκθεσης ΝΟΜ
- Ausstellungsrecht ουδ
2. έκθεση ΕΜΠΌΡ:
- έκθεση
- Messe θηλ
- έκθεση αυτοκινήτου
- Automobilausstellung θηλ
- έκθεση βιβλίου
- Buchmesse θηλ
- βιομηχανική έκθεση
- Industriemesse θηλ
- έκθεση καταναλωτών
- Verbrauchermesse θηλ
- οι επισκέπτες αρσ πλ της έκθεσης
- die Messebesucher αρσ πλ
3. έκθεση (λεπτομερειακή αφήγηση):
- έκθεση
- Bericht αρσ
- κάνω έκθεση σε κάποιον για κάτι
- jdm über etw αιτ berichten
- ετήσια έκθεση
- Jahresbericht αρσ
- ετήσια οικονομική έκθεση
- Jahreswirtschaftsbericht αρσ
- οικονομική έκθεση
- Wirtschaftsbericht αρσ
- έκθεση έρευνας (επιστημονικής)
- Forschungsbericht αρσ
- έκθεση για την πορεία της οικονομίας
- Konjunkturbericht αρσ
- τελική έκθεση
- Abschlussbericht αρσ
4. έκθεση (του μαθητή, δοκίμιο):
- έκθεση
- Aufsatz αρσ
5. έκθεση:
- έκθεση ΙΑΤΡ, ΦΥΣ
- Exposition θηλ
- έκθεση ΙΑΤΡ, ΦΥΣ
- Aussetzung θηλ
- η έκθεση του δέρματος στον ήλιο μπορεί να έχει ως συνέπεια μια …
- wenn man die Haut dem Sonnenlicht aussetzt, kann als Folge eine … auftreten
- έκθεση (στο φως) ΦΩΤΟΓΡ
- Belichtung θηλ
- χρόνος αρσ έκθεσης ΦΩΤΟΓΡ
- Belichtungszeit θηλ
- κλείδωμα ουδ αυτόματης έκθεσης ΦΩΤΟΓΡ
- Belichtungsspeicherung θηλ
- έκθεση σε ακτινοβολία ΙΑΤΡ
- Strahlenexposition θηλ
6. έκθεση (βρέφους):
- έκθεση
- Aussetzung θηλ
7. έκθεση ΜΟΥΣ:
- έκθεση
- Exposition θηλ
- έκθεση
- Durchführung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έκθεση θηλ εμπειρογνώμονα
- Gutachten ουδ
- έκθεση θηλ ζημιών ΟΙΚΟΝ
- Schadenaufstellung θηλ
- έκθεση θηλ αυτοψίας
- Augenscheinsprotokoll ουδ
- έκθεση θηλ ελέγχου ΟΙΚΟΝ
- Prüfungsbericht αρσ
- έκθεση θηλ έρευνας
- Forschungsbericht αρσ