στο λεξικό PONS
απόστασ|η <-εις> [aˈpɔstasi] SUBST θηλ
1. απόσταση (σχετικά μικρή: από τραπέζι σε τοίχο):
- απόσταση
- Abstand αρσ
- πόση απόσταση είναι από το τραπέζι ως τον τοίχο;
- wie viel Abstand hat der Tisch zur Wand?
2. απόσταση (σχετικά μεγάλη: έξω από κτήριο):
- απόσταση
- Entfernung θηλ
- σε/από απόσταση τεσσάρων μέτρων
- in/aus einem Abstand/einer Entfernung von vier Metern
- σε απόσταση άνω των τεσσάρων μέτρων
- in einem Abstand/einer Entfernung von über vier Metern
- σε απόσταση βολής μτφ (κοντά)
- in Reichweite
- παρακολουθώ κάποιον από απόσταση
- jdn aus der Ferne beobachten
- κρατάω απόσταση (με το αυτοκίνητο)
- Abstand halten
- κρατάω κάποιον/κάτι σε απόσταση
- jdn/etw auf Abstand halten
- τηρώ τις αποστάσεις
- den Abstand wahren
- χρονική απόσταση
- zeitlicher Abstand αρσ
- απόσταση ακοής
- Hörweite θηλ
- απόσταση ορατότητας
- Sichtweite θηλ
- απόσταση ασφαλείας
- Sicherheitsabstand αρσ
- εστιακή απόσταση
- Brennweite θηλ
- ζενιθιακή απόσταση
- Zenitdistanz θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κρατάω απόσταση (με το αυτοκίνητο)
- Abstand halten
- χρονική απόσταση
- zeitlicher Abstand αρσ
- απόσταση ακοής
- Hörweite θηλ
- απόσταση ορατότητας
- Sichtweite θηλ
- καλύπτω απόσταση
- aufholen