στο λεξικό PONS
κόπωσ|η <-εις> [ˈkɔpɔsi] SUBST θηλ
1. κόπωση:
- κόπωση
- Erschöpfung θηλ
- κόπωση
- Ermüdung θηλ
- χρόνια κόπωση
- chronische Erschöpfung θηλ
- τεστ ουδ κόπωσης (καρδιολογικό)
- Belastungs-EKG ουδ
2. κόπωση ΜΗΧΑΝΙΚΉ:
- κόπωση
- Ermüdung θηλ
- δοκιμή θηλ κόπωσης
- Ermüdungsversuch αρσ
- θραύση θηλ λόγω κόπωσης
- Ermüdungsbruch αρσ
- όριο ουδ κόπωσης
- Ermüdungsgrenze θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χρόνια κόπωση
- chronische Erschöpfung θηλ