στο λεξικό PONS
ζέστη [ˈzɛsti] SUBST θηλ
1. ζέστη (μέτριου βαθμού):
- ζέστη
- Wärme θηλ
- κάνει ζέστη (κάνει ευχάριστο καιρό)
- es ist warm
- δε μου κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη
- das ist mir völlig gleich
2. ζέστη (υψηλού βαθμού):
- ζέστη
- Hitze θηλ
- κάνει ζέστη (υπερβολικά)
- es ist heiß
- κάνει φοβερή ζέστη
- es ist kochend heiß
- ευαίσθητος στη ζέστη
- hitzeempfindlich
- έπιασαν οι ζέστες
- es ist richtig heiß geworden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάνει ζέστη (κάνει ευχάριστο καιρό)
- es ist warm
- ευαίσθητος στη ζέστη
- hitzeempfindlich
- κάνει φοβερή ζέστη
- es ist kochend heiß
- ανθεκτικός στη ζέστη
- hitzebeständig
- κάνει αρκετή ζέστη
- es ist ziemlich heiß