στο λεξικό PONS
χωριό [xɔˈri̯ɔ] SUBST ουδ
- χωριό
- Dorf ουδ
- γινόμαστε από δυο χωριά
- sich verstreiten
- παγκόσμιο χωριό
- Weltdorf ουδ
χωρίο SUBST
- χωρίο (απόσπασμα κειμένου) ουδ
- Ausschnitt αρσ
- χωρίο (τμήμα κειμένου) ουδ
- Abschnitt αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παγκόσμιο χωριό
- Weltdorf ουδ
- τους έδιωξαν από το χωριό τους
- man hat sie aus ihrem Dorf vertrieben
- η είδηση έφερε αναστάτωση στο χωριό
- die Nachricht brachte/versetzte das Dorf in Aufruhr
- αυτή η γραμμή εξυπηρετεί όλο το χωριό (για συγκοινωνία)
- diese Linie dient dem ganzen Dorf
- στο χωριό σου το Χ το πιάνετε;
- empfangt ihr in deinem Dorf X?