στο λεξικό PONS
οικογένεια [ikɔˈjɛnia] SUBST θηλ
- οικογένεια
- Familie θηλ
- μονογονική οικογένεια
- Familie θηλ mit einem Elternteil
- πολυμελής οικογένεια
- kinderreiche Familie θηλ
- πυρηνική οικογένεια ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ
- Nuklearfamilie θηλ
- οικογένεια γλωσσών
- Sprachfamilie θηλ
- οικογένεια γραμματοσειρών Η/Υ
- Schriftfamilie θηλ
- οικογένεια γραμματοσειρών Η/Υ
- Font αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οικογένεια θηλ κομητών
- Kometenfamilie θηλ
- πολυμελής οικογένεια
- kinderreiche Familie θηλ
- οικογένεια γλωσσών
- Sprachfamilie θηλ
- οικογένεια γραμματοσειρών Η/Υ
- Schriftfamilie θηλ
- μονογονική οικογένεια
- Familie θηλ mit einem Elternteil