στο λεξικό PONS
I. βά|φω <-ψα, -φ(τ)ηκα, -μμένος> [ˈvafɔ] VERB μεταβ
1. βάφω (αντικείμενο, ύφασμα, μαλλιά):
- βάφω
- färben
2. βάφω (τοίχο, σανίδια):
- βάφω
- streichen
3. βάφω (μέταλλο: σκληραίνω):
- βάφω
- härten
II. βάφομαι VERB αυτοπ ρήμα
- βάφομαι
- sich schminken