στο λεξικό PONS
όλ|ος <-η, -ο> [ˈɔlɔs] ΕΠΊΘ
1. όλος (ολόκληρος):
- όλος
- ganz
- όλο το βιβλίο
- das ganze Buch
- περίμενα όλη την ημέρα
- ich habe den ganzen Tag gewartet
- όλη την ώρα
- die ganze Zeit
- το ξέρει όλος ο κόσμος
- das weiß jeder
2. όλος (ο καθένας, το καθένα):
- όλοι οι άνθρωποι
- alle Menschen
- όλοι μας ξέρουμε ότι …
- wir alle wissen, dass …
- τα θέλει όλα
- er will alles
- αυτά είναι όλα
- das ist alles
- πριν απ' όλα
- vor allem
- όλα μαζί/όλα κι όλα 950 ευρώ
- alles zusammen 950 Euro
- όλα κι όλα!
- das geht zu weit!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι όλος αφτιά
- ganz Ohr sein
- το ξέρει όλος ο κόσμος
- das weiß jeder
- αυτό το ξέρει όλος ο κόσμος
- das weiß jeder