στο λεξικό PONS
I. υπ|οβάλλω <-όβαλα [ή -έβαλα], -οβλήθηκα, -οβλημένος> [ipɔˈvalɔ] VERB μεταβ
1. υποβάλλω (γενικά: γραπτή πρόταση):
- υποβάλλω
- vorlegen
- υποβάλλω μια πρόταση σε κάποιον
- jdm einen Vorschlag unterbreiten
- υποβάλλω αίτηση για κάτι
- einen Antrag auf etw αιτ stellen
- υποβάλλω μια έκθεση
- einen Bericht erstatten
- υποβάλλω μήνυση
- eine Klage einreichen
2. υποβάλλω (εμπνέω):
- υποβάλλω
- suggerieren
3. υποβάλλω (εξαναγκάζω κάποιον να υποστεί κάτι):
- υποβάλλω κάποιον σε κάτι
- jdn einer Sache unterziehen
II. υποβάλλομαι VERB αυτοπ ρήμα
- υποβάλλομαι σε κάτι
- sich einer Sache unterziehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υποβάλλω τροπολογία ΝΟΜ (υποβάλλω αίτηση)
- einen Änderungsantrag stellen
- υποβάλλω μήνυση
- eine Klage einreichen
- υποβάλλω ένσταση εναντίον ενός … γεν
- gegen … αιτ Einspruch einlegen
- υποβάλλω κάτι στη διαιτησία
- etw vor ein Schiedsgericht bringen
- υποβάλλω κάποιον σε βασανιστήρια
- jdn der Folter unterwerfen