στο λεξικό PONS
προκηρύ|σσω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [prɔciˈrisɔ] VERB μεταβ
1. προκηρύσσω (γνωστοποιώ επίσημα):
- προκηρύσσω
- bekannt machen
2. προκηρύσσω (διαγωνισμό, εκλογές):
- προκηρύσσω
- ausschreiben
- προκηρύσσω διαγωνισμό
- einen Wettbewerb ausschreiben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προκηρύσσω διαγωνισμό
- einen Wettbewerb ausschreiben