στο λεξικό PONS
εύφλεκτ|ος <-η, -ο> [ˈɛflɛktɔs] ΕΠΊΘ
- εύφλεκτος
- (leicht) entflammbar
- εύφλεκτο υλικό
- leicht entflammbares Material ουδ
- εύφλεκτο προϊόν
- feuergefährlicher Stoff αρσ
- εύφλεκτο υγρό
- entflammbare Flüssigkeit θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.