στο λεξικό PONS
τμήμα [ˈtmima] SUBST ουδ
1. τμήμα (μέρος):
- τμήμα
- Teil αρσ
- τμήμα κύκλου
- Kreissegment ουδ
- τμήμα της αγοράς ΟΙΚΟΝ
- Marktsegment ουδ
2. τμήμα (κειμένου):
- τμήμα
- Abschnitt αρσ
3. τμήμα (υπηρεσίας, καταστήματος, επιχείρησης):
- τμήμα
- Abteilung θηλ
- τμήμα αγγελιών
- Anzeigenabteilung θηλ
- τμήμα αγορών
- Einkaufsabteilung θηλ
- τμήμα αγορών
- Einkauf αρσ
- τμήμα αποστολής
- Versandabteilung θηλ
- τμήμα διαμαρτυριών
- Reklamationsabteilung θηλ
- τμήμα διαφημήσεων
- Werbeabteilung θηλ
- εκλογικό τμήμα
- Wahllokal ουδ
- τμήμα εξαγωγών
- Exportabteilung θηλ
- τμήμα εξαγωγών
- Export αρσ
- τμήμα εξωτερικού
- Auslandsabteilung θηλ
- τμήμα μάρκετινγκ
- Marketingabteilung θηλ
- τμήμα οικονομικών
- Finanzabteilung θηλ
- τμήμα παραγωγής
- Produktionsabteilung θηλ
- τμήμα παραγωγής
- Produktion θηλ
- τμήμα πιστώσεων
- Kreditabteilung θηλ
- τμήμα προσωπικού
- Personalabteilung θηλ
- τμήμα πωλήσεων
- Verkaufsabteilung θηλ
- τμήμα πωλήσεων
- Verkauf αρσ
4. τμήμα (αστυνομικό):
- τμήμα
- Polizeirevier ουδ
5. τμήμα (νοσοκομείου):
- τμήμα
- Station θηλ
- τμήμα εντατικής παρακολούθησης
- Intensivstation θηλ
- τμήμα νεογνών
- Säuglingsstation θηλ
6. τμήμα (φροντιστηρίου):
- τμήμα
- Kurs αρσ
- εντατικό τμήμα
- Intensivkurs αρσ
τμήμα SUBST
- τμήμα προμηθειών ουδ ΟΙΚΟΝ
- Einkaufsabteilung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τμήμα κύκλου
- Kreissegment ουδ
- τμήμα αγορών
- Einkauf αρσ
- τμήμα αγγελιών
- Anzeigenabteilung θηλ
- τμήμα διαμαρτυριών
- Reklamationsabteilung θηλ
- τμήμα οικονομικών
- Finanzabteilung θηλ