στο λεξικό PONS
I. συγγεν|ής <-ής, -ές> [siɲɟɛˈnis] ΕΠΊΘ
- συγγενής
- verwandt
- συγγενής εξ αίματος
- blutsverwandt
II. συγγεν|ής [siɲɟɛˈnis] SUBST mf
- συγγενής
- Verwandte(r) mf
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ένας εγγύτερος συγγενής
- ein näherer Verwandter αρσ
- συγγενής εξ αίματος
- blutsverwandt
- ένας απομακρυσμένος συγγενής
- ein entfernter Verwandter αρσ