στο λεξικό PONS
I. πλημμυρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [plimiˈrizɔ] VERB μεταβ και μτφ
- πλημμυρίζω
- überschwemmen
II. πλημμυρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [plimiˈrizɔ] VERB αμετάβ και μτφ
- πλημμυρίζω
- überschwemmt werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.