στο λεξικό PONS
I. κουν|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [kuˈnɔ] VERB μεταβ
1. κουνώ (κινώ):
- κουνώ
- bewegen
- κούνα τα χέρια σου! (κάνε γρήγορα)
- mach mal etwas schneller!
- μας χαιρέτησαν κουνώντας το χέρι
- sie winkten uns zu
- μας κουνούσαν τα μαντήλια τους (σε αναχώρηση)
- sie winkten uns mit ihren Taschentüchern nach
- μην κουνάς έτσι τα χέρια σου! (μιλώντας)
- fuchtel nicht so mit den Händen!
- δε θα το κουνήσω εγώ από δω!
- ich bewege mich nicht von der Stelle!
2. κουνώ (ανακινώ):
- κουνώ
- schütteln
3. κουνώ (για παιδί):
- κουνώ τα πόδια μου
- mit den Beinen schaukeln
II. κουνιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. κουνιέμαι (κινούμαι):
- κουνιέμαι
- sich bewegen
- κουνήσου!
- beweg dich!
2. κουνιέμαι (δεν είμαι σταθερός: τραπέζι κτλ):
- κουνιέμαι
- wackeln
3. κουνιέμαι (βάρκα):
- κουνιέμαι
- schaukeln
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κουνώ τα πόδια μου
- mit den Beinen schaukeln
- δεν το κουνώ ρούπι
- sich nicht vom Fleck rühren
- κουνώ ένα μαντήλι (για αποχαιρετισμό)
- mit einem Taschentusch winken