στο λεξικό PONS
I. μπερδ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [bɛrˈðɛvɔ] VERB μεταβ
1. μπερδεύω (δημιουργώ αταξία):
- μπερδεύω
- durcheinanderbringen
- τώρα με μπέρδεψες
- jetzt hast du mich durcheinandergebracht
- μπερδεύω τα λόγια μου
- sich versprechen
2. μπερδεύω (κατά λάθος: ονόματα, καπέλο κτλ):
- μπερδεύω με
- verwechseln mit
II. μπερδεύομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. μπερδεύομαι (καταλήγω σε αταξία):
- μπερδεύομαι
- durcheinanderkommen, durcheinandergeraten
2. μπερδεύομαι (μιλώντας):
- μπερδεύομαι
- durcheinanderkommen
ιδιωτισμοί:
- μπερδεύομαι σε κάτι (ανακατεύομαι)
- sich in etw αιτ einmischen
- μπερδεύομαι στα πόδια κάποιου και μτφ
- jdm in die Quere kommen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μπερδεύω τα λόγια μου
- sich versprechen
- μπερδεύω τη γλώσσα μου
- sich versprechen