στο λεξικό PONS
εθελοντικ|ός <-ή, -ό> [ɛθɛlɔndiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- εθελοντικός
- freiwillig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- εδώδιμος
- εδώλιο
- έδωσ-
- ΕΕ
- έζησ-
- εθελοντικός
- εθελοντισμός
- εθελοτυφλώ
- εθελούσιος
- εθίζω
- εθιμικός