στο λεξικό PONS
I. τυφλώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [tiˈflɔnɔ] VERB μεταβ
1. τυφλώνω (κάνω τυφλό):
- τυφλώνω κάποιον
- das Augenlicht nehmen jdm
2. τυφλώνω μτφ (για ζήλια):
- τυφλώνω
- verblenden
II. τυφλώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- τυφλώνομαι
- erblinden, blind werden