στο λεξικό PONS
I. καλλωπί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [kalɔˈpizɔ] VERB μεταβ (ομορφαίνω)
- καλλωπίζω
- verschönern
II. καλλωπίζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- καλλωπίζομαι
- sich schönmachen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.