στο λεξικό PONS
αυγό
αυγό s. αβγό
αβγό [aˈvɣɔ] SUBST ουδ
- αβγό
- Ei ουδ
- κάνω αβγό (κότα)
- ein Ei legen
- αυτός να καθίσει στ' αβγά του οικ
- der soll mal ruhig bleiben, wo er ist
- δε βγήκε ακόμη από το αβγό μτφ
- er ist noch feucht hinter den Ohren
- αβγά σου καθαρίζουν; οικ
- was gibt's da so zu lachen?
- το αβγό του Κολόμβου
- das Ei des Kolumbus
- κρόκος αρσ αβγού
- Eigelb ουδ
- ασπράδι ουδ αβγού
- Eiweiß ουδ
- κλούβιο αβγό
- faules Ei
- πασχαλινό αβγό
- Osterei ουδ
- αβγό βραστό
- gekochtes Ei
- αβγό μελάτο/σφιχτό
- weich gekochtes/hart gekochtes Ei
- αβγά ουδ πλ τηγανητά (στραπατσάδα)
- Rührei ουδ ενικ
- αβγά ουδ πλ τηγανητά (μάτια)
- Spiegeleier ουδ πλ
- αβγό κότας
- Hühnerei ουδ
- αβγό ορτυκιού
- Wachtelei ουδ
- αβγό πάπιας
- Entenei ουδ
- αβγό στρουθοκαμήλου
- Straußenei ουδ
- αβγό φασιανού
- Fasanenei ουδ
- αβγό χήνας
- Gänseei ουδ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.