στο λεξικό PONS
δι|αλύω <-έλυσα, -αλύθηκα, -αλυμένος> [ðiaˈliɔ] VERB μεταβ
1. διαλύω (ζάχαρη, συγκέντρωση, αρραβώνα κτλ):
- διαλύω
- auflösen
- ας το διαλύσουμε τώρα
- machen wir jetzt mal Schluss
- το διαλύσαμε κατά τα μεσάνυχτα
- gegen Mitternacht sind wir aufgebrochen
2. διαλύω (μηχάνημα):
- διαλύω
- auseinandernehmen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαλύω τις αμφιβολίες κάποιου
- jds Zweifel zerstreuen
- διαλύω μια διαδήλωση
- eine Demonstration auflösen