στο λεξικό PONS
βαθμός [vaθˈmɔs] SUBST αρσ
1. βαθμός (σε μετρικό όργανο):
- βαθμός
- Grad αρσ
- 12 βαθμοί κάτω/πάνω από το μηδέν
- 12 Grad unter/über null
2. βαθμός (σε ιεραρχία) ΣΤΡΑΤ:
- βαθμός
- Rang αρσ
- διαφορά θηλ βαθμού
- Rangunterschied αρσ
3. βαθμός ΣΧΟΛ:
- βαθμός
- Note θηλ
4. βαθμός ΑΘΛ:
- βαθμός
- Punkt αρσ
5. βαθμός ΜΑΘ:
- εξίσωση θηλ τρίτου βαθμού
- Gleichung θηλ dritten Grades
6. βαθμός ΓΛΩΣΣ:
- θετικός/συγκριτικός/υπερθετικός βαθμός
- Positiv/Komparativ/Superlativ αρσ
7. βαθμός (έκταση, ένταση):
- βαθμός
- Grad αρσ
- βαθμός
- Ausprägung θηλ
- βαθμός ακρίβειας
- Grad αρσ an Genauigkeit
- βαθμός συγγένειας
- Verwandtschaftsgrad αρσ
- έγκαυμα ουδ πρώτου/δεύτερου/τρίτου βαθμού
- Verbrennung θηλ ersten/zweiten/dritten Grades
- στον ανώτατο/υπέρτατο βαθμό
- in höchstem Grade
- σε υψηλό/μεγάλο βαθμό
- in hohem Grade
- ως ένα βαθμό
- bis zu einem gewissen Grad, in gewissem Grade
- σε τέτοιο βαθμό ώστε …
- so sehr, dass …
- διαφορά θηλ βαθμού
- Gradunterschied αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βαθμός αρσ υγρασίας
- Feuchtigkeitsgrad αρσ
- βαθμός αρσ ποιότητας
- Gütegrad αρσ
- βαθμός αρσ φερεγγυότητας
- Bonitätsgrad αρσ
- βαθμός αρσ ρευστότητας
- Liquiditätsgrad αρσ
- βαθμός αρσ σκληρότητας
- Härtegrad αρσ