στο λεξικό PONS
I. τρομά|ζω <-ξα, -γμένος> [trɔˈmazɔ] VERB μεταβ
- τρομάζω
- erschrecken
II. τρομά|ζω <-ξα, -γμένος> [trɔˈmazɔ] VERB αμετάβ
1. τρομάζω (εξαιτίας κρότου):
- τρομάζω με
- sich erschrecken vor +δοτ
2. τρομάζω (εξαιτίας φοβερού νέου):
- τρομάζω
- erschrecken
ιδιωτισμοί:
- τρόμαξα να το βρω
- ich hatte meine liebe Not, es zu finden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.