στο λεξικό PONS
αναστάτωσ|η <-εις> [anaˈstatɔsi] SUBST θηλ
1. αναστάτωση (διέγερση, πρόκληση έντονων συναισθημάτων):
- αναστάτωση
- Erregung θηλ
2. αναστάτωση (τέλεια ακαταστασία):
- αναστάτωση
- wüstes Durcheinander ουδ
3. αναστάτωση (σε πλήθος):
- αναστάτωση
- Aufruhr αρσ
- φέρνω/προκαλώ αναστάτωση
- in Aufruhr bringen/versetzen
- η είδηση έφερε αναστάτωση στο χωριό
- die Nachricht brachte/versetzte das Dorf in Aufruhr
4. αναστάτωση μτφ (φασαρία για το τίποτα):
- γιατί όλη αυτή η αναστάτωση;
- was soll der Aufstand?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φέρνω/προκαλώ αναστάτωση
- in Aufruhr bringen/versetzen
- γιατί όλη αυτή η αναστάτωση;
- was soll der Aufstand?
- η είδηση έφερε αναστάτωση στο χωριό
- die Nachricht brachte/versetzte das Dorf in Aufruhr