στο λεξικό PONS
παρακιν|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [paraciˈnɔ] VERB μεταβ
- παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι (κάτι καλό)
- jdn dazu anregen, etw zu tun
- παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι (κάτι κακό)
- jdn dazu verleiten, etw zu tun
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι (κάτι κακό)
- jdn dazu verleiten, etw zu tun