στο λεξικό PONS
I. σουφρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [suˈfrɔnɔ] VERB μεταβ
1. σουφρώνω (ρούχο: τσαλακώνω):
- σουφρώνω
- zerknittern
2. σουφρώνω (μέτωπο):
- σουφρώνω
- in Falten legen
3. σουφρώνω (μύτη):
- σουφρώνω
- rümpfen
4. σουφρώνω οικ (κλέβω):
- σουφρώνω
- mitgehen lassen
II. σουφρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [suˈfrɔnɔ] VERB αμετάβ
1. σουφρώνω (αποκτώ τσαλακώματα):
- σουφρώνω
- knittern
2. σουφρώνω (ρούχο: μαζεύω):
- σουφρώνω
- schrumpfen