στο λεξικό PONS
διαδηλώ|νω <-σα> [ðiaðiˈlɔnɔ] VERB μεταβ
1. διαδηλώνω (εκφράζω):
- διαδηλώνω
- kundtun
2. διαδηλώνω (στους δρόμους):
- διαδηλώνω
- demonstrieren
- διαδηλώνω εναντίον του νέου νόμου
- gegen das neue Gesetz demonstrieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαδηλώνω εναντίον του νέου νόμου
- gegen das neue Gesetz demonstrieren