στο λεξικό PONS
ήσυχ|ος <-η, -ο> [ˈisixɔs] ΕΠΊΘ
- ήσυχος
- ruhig
- είναι ήσυχος τύπος
- er hat ein ruhiges Wesen
- έχω ήσυχη τη συνείδησή μου
- ein ruhiges Gewissen haben
- αυτό δε μ' αφήνει ήσυχο (κάτι με στενοχωρεί)
- das lässt mich nicht zur Ruhe kommen
- δε μ' αφήνει ήσυχο (κάποιος με ενοχλεί)
- er lässt mich nicht in Ruhe
- άσε με ήσυχο!
- lass mich in Ruhe!
- κάθισε/κάτσε ήσυχα! (σε μικρό παιδί)
- sei brav!