στο λεξικό PONS
έδαφος [ˈɛðafɔs] SUBST ουδ
- έδαφος
- Boden αρσ
- κερδίζω/χάνω έδαφος
- an Boden gewinnen/verlieren
- βρίσκω γόνιμο έδαφος
- auf fruchtbaren Boden fallen
- καλύπτω το χαμένο έδαφος
- verlorenen Boden gutmachen/wettmachen
- πατώ σε στέρεο έδαφος
- festen/sicheren Boden unter den Füßen haben
- το έδαφος φεύγει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου
- mir schwankt der Boden unter den Füßen
- άγνωστο έδαφος μτφ
- unbekanntes Terrain ουδ
- αμμώδες έδαφος
- Sandboden αρσ
- αμμώδες έδαφος
- sandiger Boden αρσ
- αργιλώδες έδαφος
- Lehmboden αρσ
- ασβεστούχο έδαφος
- Kalkboden αρσ
- κυανούν έδαφος
- Blauerde θηλ
- μαύρο έδαφος
- Schwarzerde θηλ
- νέο έδαφος και μτφ
- Neuland ουδ
- οργανικό έδαφος
- organischer Boden αρσ
- πετρώδες έδαφος
- Steinboden αρσ
- πετρώδες έδαφος
- steiniger Boden αρσ
- πρόσφορο έδαφος και μτφ
- Nährboden αρσ
- διαδοχή θηλ εδαφών ΝΟΜ
- Gebietsnachfolge θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αλόμορφο έδαφος
- halomorphischer Boden αρσ
- παγωμένο έδαφος
- gefrorener Boden αρσ
- λατεριτικό έδαφος
- Lateritboden αρσ
- τυρφώδες έδαφος
- Torfboden αρσ
- ανόργανο έδαφος
- Mineralboden αρσ