στο λεξικό PONS
ανάρρωσ|η <-εις> [aˈnarɔsi] SUBST θηλ
- ανάρρωση
- Genesung θηλ
- βρίσκεται σε ανάρρωση
- er ist auf dem Weg der Genesung
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καλή ανάρρωση!
- gute Besserung!
- βρίσκεται σε ανάρρωση
- er ist auf dem Weg der Genesung